Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Ένα διδακτικό ανέκδοτο...

Κάθε βράδυ μαζεύονται έξω απ’ την πύλη του Παραδείσου όλοι όσοι πέθαναν την μέρα εκείνη. Έτσι έγινε κι απόψε. 
Εμφανίζεται, που λέτε, ο Άγιος Πέτρος, και τους λέει: "Όσοι είστε αμαρτωλοί ελάτε αριστερά μου να σας οδηγήσω στην Κόλαση. Κι όσοι ζήσατε αναμάρτητα καθίστε δεξιά μου να σας ξεκλειδώσω τον Παράδεισο. 
Τσούκου-τσούκου, σχεδόν όλοι πήγαν στ’ αριστερά του. Εκτός από έναν που πήγε δεξιά. Ήταν πράγματι μια άγια ψυχούλα που ποτέ σε όλη του τη ζωή δεν παραβίασε καμία εντολή του Θεού.
Βλέπει ο Πέτρος αυτή την τραγική κατάσταση και τρέχει στον Θεό. "Παναγιώτατε, με όλο το σεβασμό, κάτι λάθος κάνατε στη Δημιουργία. Αν δεν αλλάξετε κάτι άμεσα, η Κόλαση δεν θα χωράει άλλους τιμωρημένους και στον Παράδεισο θα μαραζώσει απ’ την μοναξιά ένα αγαθό ανθρωπάκι".
Συμφώνησε ο Θεός, αλλά μέχρι να δει τι θα κάνει αποφασίζει να πάρει κάποια προσωρινά μέτρα. Πάει, λοιπόν, σ’ αυτούς που προορίζονται για την Κόλαση και τους λέει: "Όποιοι από σας μετανιώσουν ακόμα και τώρα για τις αμαρτίες τους πάνε παράδεισο"!
Σιγά-σιγά τα κολασμένα ανθρωπάκια ξεθάρρεψαν και κατευθύνονται προς τη μεριά που ως τότε καθόταν ο μοναδικός αναμάρτητος.
Οπότε ακούγεται μια στριγγλιασμένη φωνή. Η φωνή του ως τότε πράου και αγαθού ανθρωπάκου: "Θεέ, αυτό είναι άδικο! Πολύ άδικο! Αν το ήξερα, δεν θα χαράμιζα σα μαλάκας τη ζωή μου"!

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Χριστιανοί και Μπεκτασίδες (του θεολόγου Σταύρου Βαλλίδη) ΚΔ’ - H ζωή των δερβίσηδων

Σαν πρώτος ιεραρχικός βαθμός στις τάξεις του Μπεκτασισμού θεωρείται αυτός του Δερβίση. Για να αποκτήσει το αξίωμα αυτό ο Μουρσίτ, ο δόκιμος, θα πρέπει να υπηρετήσει αρκετό χρόνο στο τάγμα και να δείξει ότι ενστερνίζεται και εφαρμόζει όλες εκείνες τις αρχές και τους κανόνες που υπόσχεται κατά την τελετή μύησης, δείχνοντας άριστη διαγωγή και εφαρμόζοντας όλες τις εντολές του ηγουμένου. Σαν επιβράβευση της διαγωγής του ο Δερβίσης παραλαμβάνει το ράσο και την μίτρα του. 
Στην συνέχεια ο δερβίσης έχει τη δυνατότητα να επιλέξει, αν θα ζήσει στο κοινόβιο του τεκέ ή θα ζει έξω στην κοινωνία και θα προσφέρει μόνον τις υπηρεσίες του εκεί, όταν του ζητηθεί. Αν διαμένει μέσα στον τεκέ, αναλαμβάνει το αντίστοιχο διακόνημα και εργασία που του ανατίθεται από τον σεΐχη (ηγούμενο), που δεν διαφέρει από τις απασχολήσεις και τα διακονήματα του αντίστοιχου ορθόδοξου μοναστηριού.  
Η λειτουργία του τεκέ γίνεται πάντοτε κάτω από την διοίκηση και τον απόλυτο σεβασμό του Σεΐχη. Ο Σεΐχης του τεκέ, διαθέτει μεγάλη δύναμη στην διοίκηση του μοναστηριού, ενώ η οικονομική διαχείριση, και εκμετάλλευση των βακουφιών (μετοχιών) εξαρτιόταν κατά κύριο λόγο από αυτόν.
Ο δεύτερος ιεραρχικός βαθμός στους δερβίσηδες είναι αυτός του Μπαμπά, του Πατέρα του χριστιανικού μοναχισμού. Χαρακτηριστικό στην εμφάνισή του είναι το τυλιγμένο ύφασμα στη μίτρα του. Ο επόμενος είναι αυτός του Χαλίφη του επισκόπου τοποτηρητή. Τέλος, ο ανώτατος βαθμός στον Μπεκτασισμό είναι αυτός του «Χαλιφέ» ή του Τσελεμπή. Αυτός διαμένει στο κεντρικό μητροπολιτικό τεκέ των Μπεκτασήδων που βρίσκεται στο χωριό Χατζημπεκτάς στο κέντρο της Καππαδοκίας και φορά μαύρο σαρίκι. Χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και σεβασμού, από όλους τους ηγουμένους, αφού κατέχει και τα πρεσβεία τιμής.
Οι έγγαμοι Μπεκτασήδες μέλη του τάγματος, μπορούν να δημιουργούν οικογένεια, αλλά τα παιδιά τους δεν γίνονται αυτοδίκαια και αυτά Μπεκτασήδες. Όταν φθάσουν στην ηλικία των 15 ετών, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν και να ενταχθούν στο τάγμα. Η ιδιότητα του Μπεκτασή δεν είναι κληρονομική, αλλά γίνεται δεκτός αυτός που θα το ζητήσει και θα δοθεί η έγκριση από την κοινότητα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. 
Με την εξέλιξη του τάγματος και την συμμετοχή και άλλων περιθωριακών ομάδων σε αυτό και την μετονόμασή τους σε Αλεβήδες, η ιδιότητα τους γίνεται κληρονομική. Σε μερικές περιοχές ο θεσμός του ανώτερου ιεράρχη των Μπεκτασήδων «μπαμπά» και «ντεντέ» θεωρείται κληρονομικός και έτσι η οικογένειά τους χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης. Και στην περίπτωση του κληρονομικού «μπαμπά» και σε αυτή του εκλεγμένου από την κοινότητα, ο ιεράρχης αυτός θεωρείται ιερό και σεβάσμιο πρόσωπο. Επικεφαλής μπορούσε να είναι μέχρι και Χριστιανός ιερωμένος, που για λόγους κληρονομικούς, επέλεξε την θέση γιατί έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. 

Η ένδυση
Η ένδυση των ιερωμένων Μπεκτασήδων αποτελείται από:
    τον μανδύα (χηρκά)
    το στιχάριο (τενουρέ)
    το φαιλόνιο (χαϊδαριγέ)
    τη μίτρα σαρίκι (κιουλάχ ή τατζ)
    το εγκόλπιο (τεσλίμ τασσή)
    τη ζώνη (κεμέρ)
    τη ράβδο (ασά αλατζά ντεϊνέκ, μουτεκά).
Χαρακτηριστικό στην ένδυση των Μπεκτασήδων είναι οι συμβολισμοί που συναντά κανείς σχετικά με τον αριθμό δώδεκα καθώς και του αριθμού τρία (αγία τριάδα, Θεός, προφήτης, Αλή).
Φορούν ένα άσπρο σαρίκι με τέσσερεις ή δώδεκα πτυχές. Ο αριθμός 4 συμβολίζει τις 4 πύλες sharia, tarika, marifa, hakika, και τις τέσσερεις τάξεις των ανθρώπων abid, zahid, arif, muhibb. Το νούμερο 12 συμβολίζει τους δώδεκα ιμάμηδες. Γύρο από τον λαιμό φορούν το συμβολικό teber (μια μινιατούρα με ένα διπλό τσεκούρι). Πιο συνηθισμένο εγκόλπιο είναι μια πέτρα που προέρχεται από την περιοχή του Προκοπίου της Καππαδοκίας. Είναι σμιλευμένη συμβολικά σε 12 γωνίες, εις ανάμνηση των δώδεκα ιμάμηδων.

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Χριστιανοί και Μπεκτασίδες (του θεολόγου Σταύρου Βαλλίδη) ΚΓ’ - Η μύηση των Μπεκτασήδων

Το μυστικιστικό τάγμα των Μπεκτασήδων θυμίζει σε πολλά σημεία στην οργάνωσή του, τον δυτικό τεκτονισμό. 
Πιθανόν ο τεκτονισμός της δύσης να δανείστηκε πολλά στοιχεία από την οργάνωση, την δομή, τους σκοπούς αλλά και τις τελετές των Μπεκτασήδων.
Στα τάγματα και φυσικά στον Μπεκτασισμό υπάρχει μια ιεραρχική δομή και απονέμονται τίτλοι και αξιώματα, που συνιστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών. Στο τάγμα, ως μέλη, συμμετείχαν και γυναίκες που έπαιρναν μέρος και στις κοινές εορτές και τελετές, συνήθεια που προέρχεται από τον Σαμανισμό. Αν και δεν αναφέρεται κάποιος τεκές που να συμμετείχαν αποκλειστικά γυναίκες, κατά τα πρότυπα του γυναικείου ορθόδοξου μοναχισμού.
Κάθε υποψήφιο μέλος περνά ένα διάστημα δοκιμασίας πριν ενταχθεί στους κόλπους του τάγματος. Η μύηση ομοιάζει με αυτή του δοκίμου Σαμάνου. 
Ο τρόπος και οι διαδικασίες είναι λίγο πολύ ίδιες σε όλα τα τάγματα και τις μυστικές πνευματικές οργανώσεις. Καταρχήν, μέλος του τάγματος γίνεται κανείς μόνο με την θέλησή του και σε καμιά περίπτωση με επιβολή ή ακόμη με ψυχολογική βία. Ο υποψήφιος μόνος του θα μπορεί να επιλέξει την συμμετοχή του στην ομάδα. Μάλιστα, κατά την διάρκεια της τελετής ένταξής του στο τάγμα, θα ερωτηθεί δημόσια κατ΄ επανάληψη από τον «ηγούμενο» του τεκέ αν το σκέφτηκε καλά και αν πράγματι θέλει να ενταχθεί σ΄αυτό, διότι με την απόφασή του αυτή δεσμεύεται για όλη του την ζωή.
Ο δόκιμος ονομάζεται Ασσίκ (Ασσίκης), που σημαίνει ερωτευμένος, αυτός αποτελεί οπαδό του τάγματος, αλλά δεν είναι μυημένος. Όταν αναγνωριστεί σαν μέλος του τάγματος, λέγεται Μουχίπ (φίλος του Θεού). Ο υποψήφιος μαθαίνει όλες τις πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία και τους κανόνες του τάγματος, από ένα παλιό μέλος. Αναπτύσσεται μια σχέση δασκάλου και μαθητού που θα αποτελέσει μια ανθρώπινη αλυσίδα. Ο μαθητής αντικρίζοντας την Μέκκα στέκει μπροστά στον δάσκαλο και παίρνει το χέρι του. Ο δάσκαλος πρέπει πρώτα να του βάλει να ζητήσει συγνώμη τρείς φορές …. Μετά ο δάσκαλος πρέπει να πει: Δεν είμαι άξιος να είμαι δάσκαλος. Δέξου με σαν αδελφό. Ο μαθητής λέει: Σε δέχομαι σαν δάσκαλο. Κατόπιν ο δάσκαλος λέει: Μ΄ έχεις δεχθεί σαν δάσκαλο. Ο μαθητής λέει: Ναι σ΄ έχω δεχθεί σαν δάσκαλο. Μετά από αυτό, ο δάσκαλος φροντίζει ώστε ο νέος μαθητής να γίνει δεκτός από κάθε τάγμα του οποίου θέλει να γίνει μέλος από τον ίδιο μέχρι και τον Προφήτη Μωάμεθ (ας είναι ευλογημένος)». Άλλες φορές ο νεοφώτιστος παίρνει μαζί του στο μοναστήρι ένα πρόβατο και ένα μικρό χρηματικό ποσό. Το πρόβατο θυσιάζεται στο κατώφλι του τεκέ.
Με την πάροδο του χρόνου και αν το παλιό μέλος πειστεί για την ικανότητα του δοκίμου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, συστήνεται στον ηγούμενο, και ο τελευταίος θα ορίσει την ημερομηνία κατά την οποία θα πραγματοποιηθεί η τελετή της «ομολογίας πίστεως» (Ikrar) του νέου μέλους προς το Τάγμα.
Η είσοδος του υποψηφίου γίνεται με συμβολική διαδικασία καθαρμού που στοχεύει στον συμβολικό θάνατο και την αναγέννησή του, την «ανάστασή» του. Η έναρξη γίνεται με την σφαγή ενός ζώου που θυσιάζεται στο κατώφλι της εισόδου της αίθουσας της τελετής και θα αποτελέσει μέρος του γεύματος με την ολοκλήρωση της τελετής. 
Ο υποψήφιος οδηγείται στον χώρο της τελετής ξυπόλυτος και ασκεπής. Καλύπτει το σώμα του με ένα σάβανο ή ξαπλώνει μέσα σε ένα φέρετρο, όπου ο πνευματικός του αφού τον καλύψει με ένα σκέπασμα τον προτρέπει να αφήσει πίσω του τον προηγούμενο χαρακτήρα του. Στην συνέχεια ο «αναγεννημένος» υποψήφιος σηκώνεται και αναφωνεί την ψυχική του αλλαγή και κάθαρση.
Είναι έτοιμος για την νέα του ζωή. Φορά στον λαιμό του μια μάλλινη θηλιά που συμβολίζει την πλήρη υποταγή του στις ιδέες και αξίες του τάγματος δίνοντας ισόβιο όρκο υποταγής. Το ότι οδηγείσαι με την θέλησή σου στην τελευταία πράξη της γήινης ζωής σου, αποτελεί μια συνειδητοποιημένη πράξη που μπορεί να επιφέρει την επιστροφή σου μέσα από «την μήτρα της νέας ζωής σου».
Χρόνος της εκπαίδευσης των μαθητών στο τάγμα των Μεβλεβίδων ήταν 1.001 ημέρες, όπου ο μαθητής, μελετούσε και απήγγειλε ποίηση και φυσικά μάθαινε τον περιστρεφόμενο χορό, στροβιλίζοντας επί τόπου, με την χρήση στην αρχή ενός καρφιού, που το τοποθετούσε μεταξύ του μεγάλου και του δευτέρου δακτύλου του αριστερού ποδιού. Τον χορό συνόδευαν μουσικές μικρές ορχήστρες που αποτελούνταν από μουσικούς που έπαιζαν το έγχορδο tambur από το τοξοειδές rebab και από το καλαμένιο ney, που όλα τους είχαν συμβολικό χαρακτήρα. 
Ο γέροντας (Σεΐχ, Πίρ, Μουρσίτ), αυτός που θα οδηγήσει τον προσήλυτο δόκιμο στον «Μονοπάτι της Εξάγνισης», ήταν ένας σεβάσμιος άνθρωπος με πολλές εμπειρίες και βαθειά γνώση, που ο λόγος του ήταν απόλυτος κανόνας για τους μαθητές του.
Αν εξετάσει κανείς με προσοχή το τελετουργικό της όλης διαδικασίας, θα διαπιστώσει τα κοινά με αυτά των χριστιανικών μυστηρίων της κατήχησης, του χρίσματος και της βάπτισης. Ενώ, αν μπούμε στη διαδικασία σύγκρισης του ‘τυπικού’ μύησης του δοκίμου μοναχού του ορθόδοξου μοναχισμού με αυτήν του Ασσίκ στο τάγμα των Μπεκτασήδων θα συναντήσουμε ένα πλήθος από κοινές διαδικασίες. Η τελετή αυτή αποτελεί την μεγαλύτερη μυστηριακή ιεροτελεστία, κατά την διάρκεια της οποίας το νεοεισερχόμενο μέλος θα ενταχθεί στο τάγμα. Οι τελετές αυτές από τάγμα σε τάγμα διαφέρουν, αλλά σε βασικές γραμμές, η διαδικασία είναι κοινή.

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Υπατία η Αλεξανδρινή: μια "παράπλευρη απώλεια"!

Η τραγική μορφή της Υπατίας ήταν το σύμβολο της συντριβής των Εθνικών.
Κόρη του Θέωνος, διάσημου αλεξανδρινού μαθηματικού, που της δίδαξε μαθηματικά και στρονομία. Όμορφη και ευφυής, ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία. έγραψε σχόλια σε παλαιότερους συγγραφείς και δίδαξε τα συστήματα διαφόρων φιλοσοφικών σχολών.
Είχε πολυάριθμους μαθητές, μεταξύ των οποίων και κάποιοι ψευτο-χριστιανοί, που ασπάστηκαν προσχηματικά τη νέα θρησκεία προκειμένου να κάνουν καριέρα, ανεβαίνοντας στα ανώτερα πολιτικά και εκκλησιαστικά αξιώματα. 
Ένας τέτοιος ήταν κι ο μεγαλογαιοκτήμονας Συνέσιος απ’ την Κυρηναϊκή, που έγινε επίσκοπος Πτολεμαΐδος, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να επικοινωνεί και να εκφράζει το θαυμασμό του στην Υπατία.
Τα τελευταία χρόνια το πρόσωπο της Υπατίας ήρθε πάλι στην επικαιρότητα ως σύμβολο του αντιχριστιανικού-αντιεκκλησιαστικού μετώπου. Κι έτσι έχουμε το φαινόμενο το πρόσωπό της να εξιδανικεύεται και οι απόψεις της να υπερεκτιμούνται.
Η αλήθεια είναι πως η Υπατία δεν έχει να επιδείξει ούτε κάτι πρωτότυπο ούτε και κάτι προοδευτικό. Ήταν βαθιά ποτισμένη με την σκοταδιστική νοοτροπία των νεοπλατωνιστών, την οποία υιοθέτησε σε μεγάλο ποσοστό κι ο χριστιανισμός.
Η Υπατία υποτιμούσε το ανθρώπινο σώμα, που το θεωρούσε "σωρό σκουπιδιών". Σε κάποιον που την είχε ερωτευτεί του έδειξε τα πανιά της έμμηνης ρήσης της και του είπε "Αυτά έχεις ερωτευτεί νεαρέ και δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ωραίο"!
Οι καιροί που έζησε η Υπατία ήταν πολύ σκοτεινοί και άγριοι. Μπορούμε να πούμε πως ο τραγικός της θάνατος ήταν μια παράπλευρη απώλεια ευρύτερων πολιτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων. Απλά, το γεγονός πως ήταν Εθνική και γυναίκα την έκανε πιο ευάλωτη, ένα εύκολο θύμα...
Ο Έπαρχος της Αλεξάνδρειας Ορέστης, αν και χριστιανός, ήρθε σε σύγκρουση με τον θεοκρατικής αντιλήψεως επίσκοπο Αλεξάνδρειας Κύριλλο, ανιψιό του επισκόπου Θεόφιλου, που μια γενιά νωρίτερα ήταν ο ηθικός αυτουργός της καταστροφής του λαμπρού Σεράπειου.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ποδοσφαιρικές ομάδες για να φανατίζεται και να εκτονώνεται ο όχλος. Το κενό το αναπλήρωναν οι ιπποδρομιακοί και θεατρικοί όμιλοι, που συναγωνίζονταν στα δημόσια θεάματα και αποκτούσαν φανατικούς οπαδούς, τις λεγόμενες "φατρίες", που τις χειραγωγούσαν οι επιτήδειοι.
Αυτές οι "φατρίες" αντιστοιχούσαν σε πολιτικές και θρησκευτικές κοινότητες, που συγκρούονταν μεταξύ τους με το πρόσχημα των δημόσιων θεαμάτων (όπως συνέβη και στη λεγόμενη "στάση του νίκα" στην Κωνσταντινούπολη). 
Σχεδόν κάθε Σάββατο συγκρούονταν στην Αλεξάνδρεια οι πολυάριθμες φατρίες των Χριστιανών και των Εβραίων. 
Όταν λέμε για αλεξανδρινούς χριστιανούς εκείνη την εποχή εννοούμε τα μεγαλύτερα αποβράσματα της κοινωνίας, κάτι σαν τους λιμενεργάτες του Πειραιά την περίοδο του μεσοπολέμου, που ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του!
Ο Έπαρχος Ορέστης, βλέποντας πως η δημόσια τάξη διασαλεύεται προσπαθεί να περιορίσει την επιρροή των θρησκευτικών ηγετών, και κυρίως του Κύριλλου. 
Ο τελευταίος επιστρατεύει μια ομάδα 500 φανατικών μοναχών της ερήμου, απ’ αυτούς που είχαν συγκρατήσει "τάγματα θανάτου" για την εξολόθρευση των εθνικών και την καταστροφή των αρχαίων ιερών, και οργανώνει εξέγερση κατά του Ορέστη.
Στα πλαίσια αυτής της εξέγερσης, που είχε πολλά επεισόδια που δεν είναι του παρόντος, εμπλέκεται άθελά της η Υπατία, την οποία εκτιμούσε αφάνταστα και την είχε μυστικοσύμβουλο ο Ορέστης. 
Όταν αυτή επέστρεφε από ένα ταξίδι της, συλλαμβάνεται απ’ τους χριστιανούς παρακρατικούς, οδηγείται στο πρώην κέντρο της αυτοκρατορικής λατρείας, το Καισάρειον, που είχε μετατραπεί σε πατριαρχική έδρα, και κομματιάζεται με χτυπήματα από σπασμένα αγγεία. Τα απομεινάρια της επιδεικνύονται στους δρόμους της Αλεξάνδρειας και στη συνέχεια καίγονται.
Η επίσημη χριστιανική δικαιολογία ήταν πως η Υπατία υποδαύλιζε τη σύγκρουση Ορέστη-Κύριλλου. 
Τελικά, κανείς απ’ τους εγκληματίες δεν τιμωρήθηκε, κι ας ήταν γνωστός ένας τουλάχιστον απ’ τους πρωταγωνιστές του φριχτού γεγονότος, ο αναγνώστης (κατώτερος κληρικός) Πέτρος.
Οι Χριστιανοί ποτέ δεν ζήτησαν συγγνώμη ούτε δήλωσαν μεταμέλεια για το ειδεχθές έγκλημά τους. Επιπλέον, για να ξεχαστεί, έφτιαξαν το παραμύθι της δήθεν χριστιανής "φιλοσόφου και μάρτυρος" Αικατερίνης, που ασφαλώς είναι ένα ανύπαρκτο πρόσωπο...

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Αν χρειάζεσαι τον Θεό, τότε υπάρχει!

Ας αντιγράψουμε μια μικρή ιστορία απ’ τον Μπέρτολτ Μπρεχτ:
Κάποτε ρώτησε κάποιος έναν φίλο του:
- Υπάρχει Θεός;
- Γιατί σε απασχολεί; Μήπως θ’ αλλάξει η συμπεριφορά σου ανάλογα με την απάντηση; Αν όχι, η ερώτηση δεν έχει σημασία. Αν ναι, έχεις ήδη αποφασίσει πως χρειάζεσαι τον Θεό...

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Χριστιανοί και Μπεκτασίδες (του θεολόγου Σταύρου Βαλλίδη) ΙΘ’ - Πώς εξισλαμίστηκε η Μικρά Ασία

Η πληθυσμιακή σύνθεση της Μικράς Ασίας, στα χρόνια του Βυζαντίου θα προκύψει από συνένωση παλαιών φυλών, κυρίως Μικρασιατών, αλλά και από μετανάστες από την Ανατολή, αλλά και από την δυτική Ευρώπη. 
Πολιτιστικά, οικονομικά  και θρησκευτικά στοιχεία θα συνενωθούν και θα συγχωνευτούν κάτω από την ηγεσία του ισχυρού αυτοκράτορα διαμορφώνοντας τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Όσο διάστημα ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν ισχυρός, τόσο η συνοχή των κατοίκων ήταν ενιαία.
Το Βυζάντιο την περίοδο αυτή βρισκόταν στην χειρότερη κρίση της ιστορίας του. Οι εμφύλιοι πόλεμοι ακολουθούσαν ο ένας τον άλλον. Οι ξένες δυνάμεις είχαν κατορθώσει να έχουν λόγο στις εσωτερικές διαμάχες της πρωτεύουσας.
Μετά την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Μιχαήλ Η΄ (1259-1282), έλαβε μια σειρά οικονομικών μέτρων, αυξάνοντας την φορολογία, καθώς και διαρθρωτικών πάνω στην ασφάλεια των παραμεθορίων περιοχών. 
Κατήργησε τις φορολογικές απαλλαγές των ακριτών και τους αντικατέστησε με εφήμερους μισθοφόρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον ντόπιο πληθυσμό. (Αλανούς, Καταλανούς, Τατάρους κλπ.) που τους καταδυνάστευαν και το μοναδικό ενδιαφέρον τους ήταν η αύξηση των παροχών τους. 
Θέσπισε την αναγκαστική στράτευση των ημιαυτόνομων πλουσίων γαιοκτημόνων, ενώ τα οικονομικά μέτρα έπλητταν κυρίως τους τοπικούς οικονομικούς παράγοντες, με αποτέλεσμα να παραλύσει η άμυνα. Ο οργανωμένος στρατός της περιοχής άρχισε να διαλύεται, ενώ ικανά στελέχη του για βιοποριστικούς λόγους άλλαζαν επάγγελμα ή ακόμη αυτομολούσαν στην πλευρά των Τουρκομάνων. 
Με τη διάλυση του στρατού επέρχεται πλήρης κατάρρευση του εμπορίου και των συναλλαγών στις πόλεις, ενώ η ύπαιθρος αρχίζει να εγκαταλείπεται και να ερημώνει, μετά από την ανασφάλεια που επικρατεί από τις συνεχείς επιδρομές ληστρικών συμμοριών.
Οι ταλαιπωρημένοι και αποδεκατισμένοι χριστιανικοί πληθυσμοί της υπαίθρου περιμένουν μάταια την βοήθεια από την κεντρική εξουσία και τον αυτοκράτορα που παρά τις υποσχέσεις δεν έρχεται ποτέ. Η μέχρι τώρα δοκιμασμένη και επιτυχημένη συνταγή της βυζαντινής διπλωματίας, που συστηματοποιήθηκε οριστικά από τον Ιουστινιανό και ήταν συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης, πολιτικής ευφυΐας, δωροδοκίας, θρησκευτικής προπαγάνδας, δεν είχε κανένα απολύτως ουσιαστικό αποτέλεσμα. 
Χωριά στην ενδοχώρα της Μικρασίας αποδεκατίζονται και πολλές φορές εξαφανίζονται από τον χάρτη εξαιτίας των συνεχών λεηλασιών από ορδές των Ιρανικών Τουρκομανικών και Μογγολικών φύλων. Το δίλλημα για τους κατοίκους της ήταν να φύγουν στις ελεύθερες και ασφαλείς ακόμη περιοχές της αυτοκρατορίας, ή να καταφύγουν στις δυσπρόσιτες βουνοκορφές ή στις δαιδαλώδεις υπόγειες πολιτείες της Καππαδοκίας. Διαφορετικά θα έπρεπε να υποταγούν στις ορέξεις των κατακτητών.
Μεγάλες και παλαιότερα ισχυρές πόλεις στα παράλια καταλαμβάνονται από τους Λατίνους. Σε πολλές περιπτώσεις καθόλο τον 14ο αιώνα ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, αναγκάζεται να ανακατατάξει τις μητροπόλεις του, άλλες να καταργήσει ή να συνενώσει, γιατί ο χριστιανικός πληθυσμός είχε αραιωθεί. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι από τις 400 και πλέον επισκοπές που υπήρχαν στα τέλη του 14ου αιώνα είχαν απομείνει 3 και από τις 71 μητροπόλεις μόνον 17.
Η προσφιλής τακτική των Οθωμανών κατακτητών ήταν να καταλαμβάνουν πρώτα τα χωριά της υπαίθρου, αποκόπτοντας τις πόλεις από ανεφοδιασμό αναγκαίων καταναλωτικών προϊόντων, αναγκάζοντας τους κατοίκους να παραδοθούν. Στην περίπτωση μεγάλης αντίστασης εκ μέρους των πολιορκημένων, πρότειναν τη λύση του συμβιβασμού, αρκεί η πόλη να γινόταν φόρου υποτελής στον κατακτητή και να κατέβαλε σχετική φορολογία.
Από την άλλη πλευρά, οι αυτόμολοι στρατιώτες γίνονται δεκτοί από τους Τούρκους σαν σύμμαχοι και οδηγοί τους. Όταν οι Οσμανλίδες εμφανίζονται να καταλαμβάνουν την εύφορη Βιθυνία πολιορκούν την Προύσα και την Νίκαια και οι αυτόμολοι επιβεβαιώνουν την πραγματική τους δύναμη. Περνούν το μήνυμα στους κατοίκους της υπαίθρου ότι οι Σουλτάνοι θα αποτελέσουν τους αντικαταστάτες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Μάλιστα και οι δύο μεγάλες πόλεις της Βιθυνίας που προαναφέραμε παραδόθηκαν στους Οθωμανούς ύστερα από μακρόχρονο αποκλεισμό και για να περισώσουν τουλάχιστον ότι τους είχε απομείνει, να μη πουληθούν σαν σκλάβοι στα παζάρια της Ανατολής.
Μετά από όλ αυτά, το αποτέλεσμα ήταν ο αγροτικός πληθυσμός ή να μεταναστεύσει σε πιο ασφαλείς περιοχές ή να συνεργαστεί μαζί τους, να τους αναγνωρίσει σαν μελλοντικούς ηγεμόνες και σε πολλές περιπτώσεις να προσχωρήσει στον Ισλαμισμό.
Οι βυζαντινοί άρχοντες της περιοχής έχοντας αποκοπεί από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνον δεν συνενώνονται μεταξύ τους με τα στρατεύματα που διέθεταν κατά του κοινού εχθρού, αλλά απεναντίας λειτουργούν και αυτοί σαν τουρκομάνοι πλιατσικολόγοι. 
Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα πολεμούν μεταξύ τους, έχοντας στο πλευρό τους Οθωμανούς φυλάρχους. Το 1263 ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος κυνηγημένος από τους σφετεριστές του θρόνου Λατίνους βρίσκει άσυλο στην αυλή των Σελτζούκων. Όταν στην συνέχεια θα ξαναγυρίσει ως νικητής στην Κωνσταντινούπολη, θα εγκρίνει την εγκατάσταση δέκα με δώδεκα χιλιάδων τουρκομάνων με τον ηγεμόνα τους, τον Μπεκτασή Σαλτούκ ντεντέ, στην περιοχή Δοβρουτσά στα παράλια του Εύξεινου πόντου.
Ειδικότερα την περίοδο της Μογγολικής επιδρομής πολλές ήταν οι περιπτώσεις που Τούρκοι ηγεμόνες ζητούσαν και ελάμβαναν βοήθεια από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, είτε αυτό ήταν η παραχώρηση κάποιου βυζαντινού φρουρίου είτε ενός παραμεθόριου οχυρού.
Αργότερα τον 15ο αιώνα Χριστιανοί συνεργάτες των Οθωμανών θα καταρτίσουν ειδικό σώμα που θα ανήκει στις στρατιωτικές τους δυνάμεις αυτό των martolos (αμαρτωλός) και θα τοποθετηθούν στα σύνορα, κάτι σαν τους φύλακες της υπαίθρου που υπήρχαν και επί Βυζαντίου.
Αυτό αποδεικνύει ότι οι συνεργασίες αυτές δεν θα γινόταν εύκολα αν υπήρχαν έντονες θρησκευτικές ή φυλετικές διακρίσεις. Πολλοί είναι οι αξιωματούχοι Χριστιανοί που συναλλάσσονται ή προσχωρούν στις τάξεις των Οσμανλίδων ή ασπάζονται την θρησκεία τους, προσβλέποντας σε υλικά οφέλη ή αξιώματα. Μάλιστα, μερικοί από αυτούς θα αποτελέσουν τους ιδρυτές αριστοκρατικών Οθωμανικών οικογενειών.
Οι Τούρκοι βρίσκουν και καταλαμβάνουν τεράστιες εκτάσεις ακαλλιέργητες, σχεδόν κατεστραμμένες, ιδιοκτησίες μοναστηριών ή μεγαλο-γαιοκτημόνων που είχαν έρθει σε ανοικτή αντιπαράθεση με τον Μιχαήλ τον H’. Δίνουν προνόμια στους ‘καταπιεσμένους’ λαούς της περιοχής, για να τους πάρουν με το μέρος τους, προσφέρουν αγρούς στους επήκοους άκληρους χριστιανούς που ήξεραν να καλλιεργούν την γη, κάτι το οποίο ως νομάδες κτηνοτρόφοι αγνοούσαν παντελώς.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιδίωξη θα παίξουν οι δερβίσηδες που συνοδεύουν την πολεμική μηχανή των Οθωμανών σε όλες τις μετακινήσεις. Στόχος η εδραίωση της κυριαρχίας στις κατεκτημένες περιοχές. 
Οι Σουλτάνοι παραχωρούν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις στα δερβίσικα τάγματα, αφού είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους. Αυτοί με την σειρά τους επιδιώκουν με κάθε τρόπο την επάνδρωση των κτημάτων με γεωργούς Χριστιανούς, που γνώριζαν με επιτυχία την γεωργία. Γύρω από κάθε μεγάλο τεκέ θα δημιουργηθούν καινούργιοι εποικισμοί με νέα χωριά, ενώ με το χρόνο, οι κατατρεγμένοι Χριστιανοί θα επανέλθουν σε ρυθμούς πιο φυσιολογικούς.
Η φορολογία παραμένει η ίδια που κατέβαλαν στους Βυζαντινούς φοροεισπράκτορες ή και μειώνεται, έχοντας τώρα την ασφάλεια που εξασφάλιζαν οι Οθωμανοί ηγεμόνες. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις που ολόκληρες πόλεις απαλλάσσονταν από τον φόρο, χάριν στην γενναιοδωρία ενός Οθωμανού άρχοντα. 
Η δικαιοσύνη και η ασφάλεια προς τους υπηκόους τους θα αποτελέσει για τους πρώτους Οθωμανούς χρέος και καθήκον. Στόχο τους ήταν η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία του πληθυσμού διότι γνώριζαν καλά, ότι έτσι μόνον θα εισέπρατταν δύναμη και κύρος. 
Οι αγρότες από την άλλη πλευρά είχαν πειστεί ότι μόνον με την υποταγή τους στον Οσμάν (1299-1326) θα εξασφάλιζαν την ζωή και την περιουσία τους. Μια μελλοντική επικράτηση των Βυζαντινών θα επέφερε την άρση των προνομίων τους, την αφαίρεση της νέας τους ιδιοκτησίας και θα επανέρχονταν στο παλιό γνώριμο ομιχλώδες τοπίο των προηγούμενων χρόνων. Έτσι η ζωή τους είχε πλέον συνδεθεί με την επιτυχία του νέου τους ηγεμόνα.
Η μειωμένη φορολογία και η ανεκτικότητα στις αιρέσεις από τους Σελτζούκους στην αρχή και τους Τούρκους στη συνέχεια θα αποτελέσει τη δημιουργία μιας ταυτότητας επίπλαστων Μουσουλμάνων. Η κάθε αίρεση διατήρησε την ιδιαιτερότητά της και ‘κατ οικονομία’ εισήλθε στα πλαίσια του Ισλάμ.
Οι αντιθέσεις είχαν μεταλλαχθεί από πολιτικές σε κοινωνικές. Η αδιαφορία της κεντρικής εξουσίας ή ακόμη και η αδυναμία για προσφορά εγγυήσεων, στους κατοίκους της επαρχίας, όπου επικρατούσε η αναρχία και η ανασφάλεια, είχε σαν συνέπεια την αναζήτηση ενός νέου προστάτη έστω και αλλόφυλλου. 
Ο Χριστιανός αγρότης πάσχιζε απεγνωσμένα για την επιβίωσή του δίνοντας οτιδήποτε για να την εξασφαλίσει, ακόμη και την πίστη του, γι’ αυτό στο πρόσωπο του Τούρκου κατακτητή βρέθηκε ο προστάτης που τόσο είχε ανάγκη.
Η πολιτικοκοινωνική και θρησκευτική κίνηση των ζηλωτών φέρνει στην επιφάνεια τις έριδες των ησυχαστών. Την περίοδο αυτή το κίνημα των ησυχαστών παρουσιάζει μια μυστικο-ασκητική εικόνα.
Οι θρησκευτικές έριδες αυτή τη φορά αποκτούν μορφή χιονοστιβάδας και ταρακουνούν συθέμελα την αυτοκρατορία. Ομάδες ησυχαστών καταφεύγουν στην Ανατολή, που ήταν συνηθισμένος τόπος εξορίας. Εξ άλλου είχαν προηγηθεί οι αρειανοί, οι εικονομάχοι και πολλοί άλλοι.
Όπως είναι γνωστό στον Μικρασιατικό χώρο από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους συντελείται μια θεαματική ανάμιξη φυλών και λαών. Πληθυσμοί με διαφορετική κουλτούρα και δυναμισμό, που είτε παραμένουν στον χώρο είτε τον χρησιμοποιούν σαν εφαλτήριο, για την παραπέρα πορεία τους μέχρι την τελική εγκατάστασή τους. Όπως ήταν φυσικό παρατηρούνται αλληλεπιδράσεις τόσο στις κοινωνικές τους συνήθειες, όσο και στις θρησκευτικές τους αντιλήψεις. 
Από τον 6ο αιώνα π.χ. ακόμη, κάτω από το πρίσμα ενός θρησκευτικού συγκρητισμού και την ανάμειξη των διαφορετικών θρησκειών, διαμορφώνονται οι μυστικιστικές γνώσεις και δυνάμεις των ιερέων, που θεωρούν ότι αποτελούν τους συνεχιστές των ιερέων- μάγων των Περσών του Ζωροάστρη.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Χριστιανοί και Μπεκτασίδες (του θεολόγου Σταύρου Βαλλίδη) ΙΗ’ - Η σχέση Γενιτσάρων-Μπεκτασίδων

Ο θεσμός των γενιτσάρων (γενί τσερί, δηλ. νέο στράτευμα) υιοθετήθηκε από τους Οθωμανούς επί της βασιλείας του σουλτάνου Ορχάν (1326-1359). Κύριος οργανωτής του νέου σώματος ήταν ο Καρά Χαλίλ Τσεντερλί. 
Το σώμα των γενιτσάρων επανδρωνόταν από παιδιά Χριστιανών που αφαιρούνταν διά της βίας από τους γονείς τους (ντεβσιρμέ, παιδομάζωμα). Απαγορευόταν η στρατολόγηση νέων που είχαν περάσει στην μετεφηβική ηλικία ή παιδιών που είχαν μεγαλώσει στις πόλεις, διότι θα ήταν έξυπνα και έτσι δεν θα μπορούσαν να διαμορφωθούν, όπως θα απαιτούσε η εκπαιδευτική τακτική του Σώματος. Τα παιδιά αυτά θεωρούνταν ως σκλάβοι του Σουλτάνου. 
Μετά το τέλος του 16ου αιώνα στο σώμα γίνονται δεκτοί ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι, και μάλιστα, τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα του γάμου. Τα παιδιά των γενιτσάρων, θα γίνουν δεκτά και αυτά να επανδρώσουν το σώμα, με αποτέλεσμα ο θεσμός του παιδομαζώματος να ατονήσει. 
Στον ελληνικό χώρο αναφέρεται σαν τελευταία επιχείρηση για παιδομάζωμα το 1705 στη Νάουσα, που μάλιστα δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της αντίδρασης των κατοίκων.
Ο θεσμός του παιδομαζώματος ήταν αντίθετος προς τις επιταγές του Ισλάμ, που απαγορεύει δια της βίας εξισλαμισμό των απίστων, αλλά εξασφάλιζε την σίγουρη στρατιωτική ισχύ και μάλιστα από νέους εκπαιδευμένους νεοφώτιστους ισλαμιστές που θα είχαν εντονότερο το στοιχείο για κατάκτηση και ενσωμάτωση νέων περιοχών στην αυτοκρατορία, αλλά και την μετάδοση της θρησκείας.
Το σώμα των γενιτσάρων ήταν χωρισμένο σε ομάδες με ιεραρχική δομή, διαφορετικές στολές και σύμβολα αναγνώρισης. Τα πιο χαρακτηριστικά εμβλήματά τους ήταν ‘η κουτάλα’ και η χύτρα. Τα ονόματα των αξιωματικών του σώματος πάρθηκαν από το μαγειρείο. Ζωμοποιός, τζορμπαντζής, αρχιμάγειρας, υδροφόρος κλπ.
Το νέο σώμα τέθηκε υπό την προστασία του Χατζή Μπεκτάς και διατήρησε στενές σχέσεις με τους Μπεκτασήδες, αν και, η σχέση αυτή μπορεί να καθιερώθηκε μεταγενέστερα από τους οπαδούς του τάγματος και η πραγματική σχέση να ήταν ένας μύθος. 
Η δημιουργία των σχέσεων αυτών τονώθηκε και σταθεροποιήθηκε αμέσως. Μάλιστα το κάλυμμα στις στολές τους, «ο κετσές», όπως μας αναφέρει ο ιστορικός Χάμμερ, προέρχεται από την ευλογία του δερβίση Χατζή Μπεκτάς. Ενώ, ένα άλλο είδος καλύμματος, «το ουσκούφ», που είναι ίδιο με το κάλυμμα των Μεβλεβήδων, καθιερώθηκε από τον Σουλεϊμάν γιού του Ορχάν, ως ευλάβεια προς τον ιδρυτή του τάματος Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρούμι.
Οι Μπεκτασήδες συμπαθούσαν τους Χριστιανούς, αφού είχαν δανειστεί ένα πλήθος χριστιανικών ιδεών και συμβόλων στην καθημερινή λατρεία και τελετουργία τους. 
Από την άλλη πλευρά, για τους νεαρούς γενιτσάρους οι θρησκευτικές λειτουργικές διαδικασίες και το φιλελεύθερο θρησκευτικό πνεύμα των Μπεκτασήδων αποτελούσε εύπεπτη τροφή, και δεν απείχε από τα ακούσματα των παιδικών τους χρόνων, από αυτά των Χριστιανικών οικογενειών που κατάγονταν. Οι γενίτσαροι τιμούσαν πολλούς Αγίους που οι Μπεκτασήδες είχαν δανειστεί από τους συγκατοίκους τους Χριστιανούς. Ειδικότερα όμως λάτρευαν τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον ρομφαιοφόρο και τον αποκαλούσαν «Τζαναλιτζή» - δηλ. «ψυχοβγάλτη».
Σε καμιά περίπτωση οι νεοφώτιστοι αξιωματούχοι γενίτσαροι δεν ξεχνούσαν τον τόπο που τους γέννησε και το περιβάλλον της παιδικής τους ηλικίας.
Υποστηρίζεται ότι η ιδέα της γέννησης του σώματος των γενιτσάρων εξελίχθηκε σε σώμα ένοπλων μοναχών δερβίσηδων που μάχονταν κατά των αλλοπίστων. 
Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ο Χατζή Μπεκτάς ευλόγησε τους ίδιους και τα όπλα τους για να νικούν πάντα και τους απεκάλεσε «μέλη της δικής του οικογένειας», εξηγείται ότι ενώ είναι στρατιώτες, συγχρόνως ανήκουν και σε ένα θρησκευτικό τάγμα, αυτό των Μπεκτασήδων. Αν και δεν ταιριάζει σε καμία περίπτωση ιστορικά και χρονολογικά η ίδρυση του τάγματος των γενιτσάρων με την περίοδο που έζησε ο Χατζή Μπεκτάς, παρόλα αυτά ένας πολύ μεγάλος αριθμός θρύλων και ιστοριών τον συνδέουν μαζί τους.
Υπάρχει η άποψη του Χάμμερ ότι πιθανόν αυτό που δόθηκε ως αφορμή για την μίμηση του νέου στρατιωτικού θεσμού, ήταν τα χριστιανικά τάγματα των σταυροφόρων οι Ναΐτες, ιππότες της Ρόδου με τους οποίους και μοιάζουν. 
Τα στρατεύματα του Ορχάν ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους όταν κατέλαβαν την Σμύρνη. Επίσης, θρησκευτικό καταλύτη απετέλεσε η ένταξη κάθε γενιτσάρου στην αδελφότητα του τάγματος των Μπεκτασήδων.
Πολλές φορές οι γενίτσαροι δεν τελούσαν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, προσεύχονταν όποτε ήθελαν και όπως ήθελαν ενώ αν τους παρατηρούσαν γι’ αυτή την ανάρμοστη συμπεριφορά τους, αποκρίνονταν ότι είχαν μόνιμη άδεια από τον θρησκευτικό τους ηγέτη, τον Χατζή Μπεκτάς.
Συμπερασματικά διαφαίνεται ότι η σχέση γενιτσάρων και Μπεκτασήδων έγινε πολύ αργότερα από τον 14ο αιώνα. Όλοι οι θρύλοι και οι δοξασίες, επινοήθηκαν από την ηγεσία των Μπεκτασήδων με στόχο την «άλωση» του σώματος των γενιτσάρων, απομυζώντας μέρος της δύναμης τους, που το σώμα σίγουρα κατείχε. Αυτός είναι και ο λόγος της παράλληλης πορείας τους μέσα στον χρόνο.
Στα τέλη του 16ου αιώνα η παρουσία των Μπεκτασήδων αποτελεί μέρος του στρατεύματος. Οκτώ δερβίσηδες διέμεναν καθημερινά στους στρατώνες των γενιτσάρων και προσεύχονταν υπέρ της επιτυχίας της αυτοκρατορίας και των όπλων των γενιτσάρων. Οι επικεφαλείς τους γίνονται αξιωματικοί. Μάλιστα στις επίσημες τελετές και παρελάσεις, προπορεύονται του Αγά και με την συνοδεία δερβίσηδων προσεύχονται και ψέλνουν μεγαλόφωνα για την επιτυχή έκβαση του στρατού. Από την συνεύρεση και επισημοποίηση των σχέσεων με τους γενίτσαρους, άρχισαν να παραχωρούνται μεγάλες δωρεές στους Μπεκτασήδες και «προίκες» στα μοναστήρια τους και ιδρύματά τους από την κεντρική εξουσία του σουλτάνου.
Οι γενίτσαροι ήταν χωρισμένοι σε τάγματα και συχνά χάραζαν με τατουάζ στο σώμα τους το έμβλημα του τάγματός τους. Αποχωρούσαν από το στράτευμα μόνον λόγω ηλικίας ή τραυματισμού. Η εκτέλεση των γενιτσάρων που υπέπεσαν σε κάποιο σοβαρό παράπτωμα γινόταν νύκτα στο φρούριο του Ρούμελι Χισάρ και τα πτώματά τους ρίχνονταν στον Βόσπορο.
Η επιτυχία του θεσμού των γενιτσάρων βασίστηκε και στο ότι τα μέλη τους ήταν άγαμα για όλο εκείνο το διάστημα που υπηρετούσαν στο σώμα. Το μόνο που τους απασχολούσε ήταν η καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων τους. 
Δεν είναι τυχαίο ότι η διάλυση του τάγματος ξεκίνησε χρονικά όταν τους δόθηκε η δυνατότητα να παντρεύονται και να τεκνοποιούν. Το σώμα των γενιτσάρων, απέκτησε σοβαρή πολιτική ισχύ μετά τον θάνατο του Οσμάν του Β΄ το 1622, σε βαθμό ώστε να είναι σε θέση να επιβάλλει και να ανατρέπει ηγεμόνες. 
Το 1826 επί του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, επετεύχθη η βίαιη κατάργηση του θεσμού των γενιτσάρων, σε συνδυασμό με την επίσημη κατάργηση του τάγματος των Μπεκτασήδων.